Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δείτε τον αντίκτυπο της αγάπης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού σε μια συγκλονιστική εγκεφαλική σάρωση.



 Τα παρηγορείτε για μια εκδορά στο γόνατο στη παιδική χαρά και τα καταφέρνετε να κοιμηθούν με ένα χαλαρωτικό νανούρισμα. Αλλά το να είστε μια στοργική, τρυφερή μητέρα, δεν ωφελεί μόνο στη συναισθηματική φροντίδα, αλλά παίζει και καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό του μεγέθους του εγκεφάλου του παιδιού σας, λένε οι επιστήμονες.

 Συγκλονιστικό: Σύμφωνα με νευρολόγους η σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών των δύο εγκεφάλων έχει μια πρωταρχική αιτία - ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν τα παιδιά από τις μητέρες τους

 Και οι δύο αυτές εικόνες είναι σαρώσεις του εγκεφάλου δύο τρίχρονων παιδιών, αλλά ο εγκέφαλος στα αριστερά είναι σημαντικά μεγαλύτερος, έχει λιγότερες κηλίδες και λιγότερο σκοτεινές περιοχές, σε σύγκριση με εκείνον στα δεξιά.

 

 Σύμφωνα με νευρολόγους, η διαφορά αυτή έχει μία σημαντική κύρια αιτία - τον τρόπο που το κάθε παιδί αντιμετωπίστηκε από τη μητέρα του.

Το παιδί με το συρρικνωμένο εγκέφαλο ήταν θύμα σοβαρής παραμέλησης και κακοποίησης.

 Σύμφωνα με την έρευνα που αναφέρθηκε από την εφημερίδα, ο εγκέφαλος στα δεξιά στερείται σε ανησυχητικό βαθμό μερικές από τις πιο θεμελιώδεις περιοχές που είναι παρούσες στην εικόνα στα αριστερά.

Οι συνέπειες αυτών των ελλείψεων είναι μεγάλες - το παιδί με το αριστερό μεγαλύτερο εγκέφαλο θα είναι πιο έξυπνο και πιο πιθανό να αναπτύξει την κοινωνική ικανότητα να συμπάσχει με τους άλλους.

 Αντίθετα, το παιδί με το συρρικνωμένο εγκέφαλο θα είναι πιο πιθανό να εθιστεί στα ναρκωτικά και να συμμετέχει σε βίαια εγκλήματα, να είναι αντικοινωνικό και πιθανότατα άνεργο.

Το παιδί αυτό είναι επίσης πιο πιθανό να αναπτύξει ψυχικά και άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας.

Ο καθηγητής Allan Schore, του UCLA, δήλωσε στην εφημερίδα Sunday Telegraph ότι αν ένα μωρό δεν αντιμετωπίζεται σωστά κατά τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του, αυτό μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη του.

Επεσήμανε ότι τα γονίδια για διάφορες πτυχές της λειτουργίας του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών, δεν μπορούν να λειτουργήσουν.

Και, δυστυχώς, υπάρχει μια πιθανότητα να μην μπορέσουν να αναπτυχθούν ποτέ.

Αυτή η διαπίστωση έχει ανησυχητικές προεκτάσεις στα παραμελημένα παιδιά που έχουν ληφθεί από την κρατική πρόνοια μετά την ηλικία των δύο ετών.

 Φαίνεται, επίσης, ότι όσο πιο σοβαρή η αμέλεια της μητέρας, τόσο πιο έντονη είναι η ζημιά που μπορεί να γίνει.

 Οι εικόνες αναδεικνύουν και τις ανησυχητικές συνέπειες για τον κύκλο της παραμέλησης στην παιδική ηλικία - συχνά οι γονείς, οι οποίοι είχαν παραμεληθεί από τους δικούς τους γονείς, δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς τον εγκέφαλό τους με αποτέλεσμα να παραμελούν κι εκείνοι με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά.

 Αλλά μια άλλη έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι ο κύκλος μπορεί να σπάσει με επιτυχία αν υπάρξει πρώιμη παρέμβαση και υποστήριξη σε αυτές τις οικογένειες.

 Η μελέτη συσχετίζεται με την έρευνα που κυκλοφόρησε νωρίτερα αυτό το έτος, που διαπίστωνε ότι τα παιδιά που έχουν λάβει αγάπη και στοργή από τις μητέρες τους νωρίς στη ζωή είναι πιο έξυπνα και μαθαίνουν πιο εύκολα.
Δείτε και την εξαιρετική σημασία του θηλασμού: Ωκυτοκίνη: Η  ορμόνη της αγάπης από τη μητέρα στο παιδί

Η μελέτη από παιδοψυχιάτρους και νευροεπιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον School of Medicine in Saint Louis, βρήκε ότι τα παιδιά σε σχολική ηλικία των οποίων οι μητέρες τους προσφέρουν πολύ στοργή νωρίς στη ζωή τους έχουν εγκεφάλους με μεγαλύτερο ιππόκαμπο, μια δομή – κλειδί - για τη μάθηση, τη μνήμη και την αντίδραση στο στρες.

 Η έρευνα ήταν η πρώτη που δείχνει ότι οι αλλαγές σε αυτή την κρίσιμη περιοχή της ανατομίας του εγκεφάλου των παιδιών σχετίζονται με την φροντίδα της μητέρας. 
Neurosciencenews.com.

Οι γονείς του παιδιού με αυτισμό - Κωτσόπουλος




Οι γονείς που αποκτούν παιδί που δεν επικοινωνεί και δεν αναπτύσσει λόγο μπαίνουν σε μια περίοδο αβεβαιότητας και άγχους για το ανεξήγητο πρόβλημα του παιδιού τους. Η αναζήτηση έγκυρης διάγνωσης και συμβουλής για την κατάσταση του παιδιού και ‘τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό’ γίνεται μια επώδυνη και τραυματική εμπειρία για τον ένα ή και τους δυο γονείς. Η εμπειρία αυτή γίνεται τόσο πιο επώδυνη όσο λιγότερη βοήθεια υπάρχει διαθέσιμη γι’ αυτούς στα πλαίσια της κοινότητας π.χ. ανυπαρξία υπηρεσιών ή ελλιπής ενημέρωση των ειδικών στα προβλήματα των αναπτυξιακών διαταραχών. Η ανυπαρξία επαρκούς βοήθειας προς την οικογένεια και η μακρά περίοδος αβεβαιότητας και απραξίας στη νηπιακή και προσχο-λική ηλικία του παιδιού αποτελούν χρόνο χαμένο για μια πρώιμη παρέμβαση τότε που υπάρχουν οι καλύ-τερες δυνατότητες για θετικά αποτελέσματα στο παιδί (Rogers & Vismara , 2008).  Το κοινωνικό πρόβλημα είναι σημαντικό από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού οικογενειών με παιδί με αυτισμό δεδομένου ότι η διάγνωση των περιπτώσεων διαταραχής στο φάσμα του αυτισμού γίνονται σήμερα πολύ συχνότερα από ότι στο παρελθόν (Chakrabarti &  Fombonne, 2005).

Η απόκτηση παιδιού με αυτισμό αποτελεί, πρώτον, ματαίωση ελπίδων για ένα φυσιολογικό παιδί η οποία οδηγεί πολλούς γονείς σε ψυχολογική διαδικασία πένθους χωρίς τέλος, και δεύτερον, πηγή διαρκούς στρες που προκύπτει από τη φροντίδα γι’ αυτό στα πλαίσια της οικογένειας. Το παιδί που δεν επικοινωνεί και δεν συναλλάσσεται με τα άλλα μέλη της οικογένειας αδυνατεί να ενταχθεί στο ιστό της οικογένειας. Αντίθετα με την πάροδο του χρόνου τα μέλη της οικογένειας θα πρέπει να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα που δημιουργεί το παιδί αυτό ιδιαίτερα αν η συμπεριφορά του είναι διαταρακτική. Το στρες τότε μπορεί να είναι υψηλό όχι μόνον για γονείς αλλά και για αδέλφια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δυσαρμονίας στην οικογένεια το παιδί με αυτισμό αντιδρά και αυτό με έντονο άγχος και άλλες ψυχιατρικές εκδηλώσεις (de Bruin et al. 2007, White et al. 2009).

Η ψυχολογική και σωματική αντοχή των γονέων μπορεί να καμφθεί με σοβαρές συνέπειες αν δεν υπάρξει ουσιαστική βοήθεια προς αυτούς και το παιδί από υπηρεσίες ψυχικής υγείας και κοινωνικής συμπαρά-στασης. Το δράμα είναι μεγάλο της ελληνικής οικογένειας που μόνη αναζητεί βοήθεια και συμβουλή χωρίς ανταπόκριση, όπως συχνά συμβαίνει ειδικότερα στην επαρχία.  Η ελληνική πραγματικότητα είναι δυστυχώς περισσότερο δύσκολη σε σχέση με αυτήν άλλων χωρών για τους γονείς και όλη την οικογένεια προπάντων αν αυτή αδυνατεί να ‘αγοράσει’ υπηρεσίες από την ελεύθερη αγορά.

Το στρες σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει σε αποχώρηση του ενός γονέα, συνήθως του πατέρα, και ανάληψη της πλήρους ευθύνης από τον άλλον, συνήθως τη μητέρα που λειτουργεί με την πάροδο του χρόνου σαν συμπλήρωμα στο παιδί. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι σπάνιο ότι κάποιοι γονείς αναπτύσσουν σοβαρό μετατραυματικό σύνδρομο στρες που χωρίς θεραπεία και φροντίδα γίνεται και αυτό μέρος του καθημερινού τους βίου.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικογένειας με παιδί με σοβαρή αναπτυξιακή διαταραχή αποτελεί η μόνιμη ανησυχία των γονέων για περίθαλψη του παιδιού στο μέλλον, μετά το δικό τους θάνατο, αφού προηγουμένως έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό ποτέ δεν θα μπορέσει να ζήσει αυτόνομα. Αν τα οικονομικά της οικογένειας είναι επαρκή οι γονείς προσπαθούν να δημιουργήσουν περιουσιακά στοιχεία που θα στηρίξουν το παιδί στο μέλλον ή φροντίζουν για ικανοποιητική σύνταξη ή προσπαθούν να περάσουν την ευθύνη για τα ανάπηρο παιδί στα αδέλφια του.
Εργασία στην οικογένεια με επίκεντρο το παιδί
Γονείς ήδη σε σύγχυση για το πρόβλημα του παιδιού τους και κάτω από συνθήκες στρες χρειάζονται άμεσα έγκυρη ενημέρωση για το πρόβλημα του παιδιού τους και συμβουλή για την αναζήτηση πηγών βοήθειας.  Έχουν επίσης ανάγκη για ψυχοθεραπευτική στήριξη.

Πέρα από την διάγνωση και την ενημέρωση των γονέων η σύγχρονη θεραπευτική αντίληψη προσπαθεί να καταστήσει τους γονείς μέτοχους στη θεραπευτική προσπάθεια. Στην έναρξη της προσπάθειας η θεραπευτική ομάδα συχνά βρίσκει τον ένα ή και τους δυο γονείς αποστασιοποιημένους από το παιδί. Η αποστασιοποίηση είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του παιδιού να ανταποκριθεί στην προσπάθεια του γονέα να επικοινωνήσει μαζί του. Ο γονέας αυτός τείνει με το χρόνο να γίνει θεατής του παιδιού χωρίς όμως να παραλείπει να προσφέρει την αναγκαία φροντίδα που αυτό χρειάζεται, όπως επιτάσσει το καθήκον. Άλλοτε ένας γονέας αντιμετωπίζοντας το κενό στη μέριμνα για το παιδί με αυτισμό γίνεται υπερπροστατευ-τικός προς το παιδί. Η κατάσταση αυτή μπορεί να ενεργεί σαν παράγοντας ανασταλτικός στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων στο παιδί. Οι δυσκολίες αυτές στην ελληνική οικογένεια αποτελούν πρώτο στόχο της θεραπευτικής παρέμβασης.

Τα σύγχρονα συμπεριφοριακά – γνωσιακά  θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για το παιδί προσχολικής ηλικίας με διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού επιζητούν συμμετοχή των γονέων (Γενά 2002). Οι γονείς συμμετέχουν με καθοδήγηση και εποπτεία από μέλη της θεραπευτικής ομάδας. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε η γονεϊκή συμμετοχή να μην δημιουργεί ή αυξάνει τις συνθήκες στρες στην οικογένεια και στο παιδί. Τα θεραπευτικά σχήματα που καταγράφουν θετικά αποτελέσματα και προσφέρονται από ειδικά οργανωμένα προγράμματα απαιτούν θεραπευτική αγωγή του παιδιού τουλάχιστον 25 ώρες την εβδομάδα ή 4-5 ώρες την ημέρα. Ο χρόνος αυτός μπορεί να περιλαμβάνει χρόνο αγωγής που προσφέρουν οι γονείς στο παιδί τους. Το θεραπευτικό σκέλος του προγράμματος στο σπίτι αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια της θερα-πείας που προσφέρεται στο ειδικό πρόγραμμα από την ειδική παιδαγωγό, τη λογοπεδικό, την εργοθερα-πεύτρια και άλλους που έχουν ειδικευθεί στην εργασία. Συνοπτικά, στόχος της σύγχρονης θεραπευτικής είναι η ανάπτυξη δεξιοτήτων στους γονείς που θα τους αναθέσει θεραπευτικές δραστηριότητες για το παιδί τους μέσα στο σπίτι τους. Πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι η αν και η συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπευτική προσπάθεια θεωρείται απαραίτητη η αποτελεσματικότητά της δεν έχει επαρκώς τεκμηριωθεί (Diggle et al. 2003, Francis 2005, Rickards et al.2007).

Δεδομένου ότι προγράμματα εκπαίδευσης των γονέων ή οδηγοί για γονείς στην ελληνική γλώσσα βρίσκονται ακόμη σε αρχικά στάδια ανάπτυξης οι θεραπευτές είναι απαραίτητο οι ίδιοι να θεωρούν μέρος της ευθύνης τους την καθοδήγηση των γονέων για τις δραστηριότητες που μπορούν να συμπληρώνουν τη θεραπευτική προσπάθεια στο σπίτι. Η ανυπαρξία οδηγών για βοήθεια στους γονείς υποχρεώνει τους θεραπευτές να είναι οι ίδιοι ενήμεροι για τις μεθόδους εργασίας με τους γονείς. Ενδεικτικά να σημειωθεί ότι δραστηριότητες μπορούν να έχουν σαν αντικείμενο την από κοινού παρατήρηση π.χ. επιτραπέζια παιχνίδια – κατασκευές,  μίμηση δραστηριοτήτων μητέρας στο σπίτι (π.χ. σκούπισμα, πλύσιμο πιάτων, πότισμα λουλουδιών), προσπάθεια με ενισχυτές (επιβράβευση) για την εκμάθηση συμπεριφορών αυτοεξυπηρέτησης (π.χ. καθαριότητα, ντύσιμο, φαγητό, τουαλέτα) και κοινωνικών δεξιοτήτων. Παρόμοια και με απλά βήματα μπορεί να είναι η προσπάθεια επικοινωνίας με την ανάπτυξη λόγου και ομιλίας (π.χ. μονοσύλλαβα, δισύλ-λαβα λεκτικά μηνύματα). Χρήσιμη είναι η συμμετοχή του γονέα σε παιδικά τραγουδάκια και κίνηση-χορό, επανάληψη διαφημίσεων από την τηλεόραση, που συχνά ελκύουν την προσοχή του παιδιού κ. α.

Η επιβράβευση του παιδιού πρέπει να μην ξεχνιέται σε κάθε περίπτωση και να είναι άμεση. Γενικά θεραπευτική αξία αποκτά κάθε γνωστική και κινητική κατάκτηση όπως και κάθε συμπεριφορά που φέρνει το παιδί με διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού κοντά στις συνήθειες και συμπεριφορές του φυσιολογικού παιδιού μικρότερης πάντα ηλικίας με το οποίο μπορεί να συγκρίνεται. Το παιχνίδι με τα αδέλφια αποτελεί βασική πηγή εμπειριών και ευχαρίστησης για το παιδί με αυτιστική διαταραχή. Τέλος γονείς και θεραπευτές δεν πρέπει να ξεχνούν πως και το παιδί αυτό πέρα από τις θεραπευτικές παρεμβάσεις έχει ανάγκη από την αυθόρμητη αποδοχή, ζεστασιά, φροντίδα και αγάπη όπως κάθε μικρό παιδάκι στην οικογένεια. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε η γονεϊκή φροντίδα να μην γίνεται πηγή άγχους για το παιδί που είναι ευάλωτο στο στρες το οποίο και το ίδιο δοκιμάζει στον κόσμο που ελάχιστα κατανοεί (White et al. 2009).    
Συμπεράσματα
Οι γονείς του παιδιού με αυτισμό, στο ελληνικό κοινωνικό περιβάλλον όπου οι υπηρεσίες ουσιαστικής βοήθειας για το παιδί με αυτιστική διαταραχή και στήριξης και καθοδήγησης της οικογένειας είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες, αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην προσπάθεια τους να διαχειρισθούν δημιουργικά το έλλειμμα του παιδιού. Η θεραπευτική ομάδα στην αγωνία των γονιών έχει χρέος να δώσει δημιουργική διέξοδο με την ενημέρωση, την στήριξη και την καθοδήγηση για θετική εργασία δίπλα στο παιδί στην προσπάθεια ώστε αυτό να αναπτύξει ικανότητες στην επικοινωνία και σε κοινωνικές δεξιότητες. Η παρέμβαση των υπηρεσιών κοντά στους γονείς πρέπει να είναι διαρκής από τότε που καταγράφεται η υποψία του αυτισμού, στην διάγνωση και σε όλη τη διάρκεια της θεραπευτικής παρέμβασης αρχίζοντας στη νηπιακή ηλικία.    

Δρ. Σωτήρης Ι. Κωτσόπουλος
Ψυχίατρος –Παιδοψυχίατρος
Κέντρο Ημέρας για Παιδιά με Αναπτυξιακές Διαταραχές, Μεσολόγγι

Τα παιδιά αργούν να μιλήσουν εξαιτίας της τηλεόρασης


 


Ένα στα τέσσερα αγόρια και ένα στα επτά κορίτσια δυσκολεύονται να μάθουν να μιλάνε και αυτό γιατί με την τηλεόραση συνεχώς ανοιχτή στα περισσότερα σπίτια τα παιδιά ακούνε περισσότερο τα τηλεοπτικά προγράμματα παρά την ομιλία των γονιών και γενικά του περιβάλλοντός τους με 
αποτέλεσμα να μην μπορούν να καταλάβουν την ομιλία των ενηλίκων που βρίσκονται γύρω τους.
Πρόσφατη βρετανική έρευνα αποκάλυψε πως το 22 % των αγοριών και το 13% των κοριτσιών αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην ανάπτυξη του λόγου και στην κατανόηση των άλλων.
Τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες που ανήκουν στη μεσαία τάξη διαπιστώθηκε ότι ήταν εξίσου πιθανό να αντιμετωπίζουν προβλήματα με εκείνα που προέρχονται από λιγότερο εύπορες οικογένειες.
Η μελέτη έδειξε πως ποσοστό μεγαλύτερο του 25 % των οικογενειών έχει ανοιχτή την τηλεόραση είτε «τις περισσότερες φορές» είτε «όλη την ώρα».
Ένα στα δέκα παιδιά ηλικίας μόλις ενός ή δύο ετών έχει τηλεόραση στο δωμάτιό του, ενώ το ένα στα τρία παιδιά ηλικίας από πέντε έως επτά ετών έχουν δική τους τηλεόραση.
Η δρ. Gross, επικεφαλής της μελέτης, εξέφρασε την ανησυχία ότι ακόμα κι αν τα παιδιά δεν βλέπουν τα ίδια τηλεόραση, ο θόρυβος που υπάρχει στο περιβάλλον καθιστά δύσκολο για αυτά να καταλάβουν τους γονείς τους ή τα μεγαλύτερα αδέλφια τους όταν μιλούν.
Η ίδια εκτιμάει ότι τα προβλήματα ομιλίας που αντιμετωπίζουν ορισμένα παιδιά συνδέονται με την περιορισμένη έκθεσή τους στη γλώσσα στα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
«Ο εγκέφαλός μας δεν έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να μαθαίνει από μηχανές. Τα μωρά έχουν την ικανότητα να ανταποκριθούν σε ένα πρόσωπο και να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των γονιών τους », επισημαίνει.
Η πιο συνηθισμένη ηλικία, που τα παιδιά λένε την πρώτη τους λέξη, είναι μεταξύ 10-11 μηνών σύμφωνα με την έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1000 γονείς.
Περισσότερα κορίτσια από αγόρια – 34% έναντι 27 % - είχαν πει την πρώτη τους λέξη τους, πριν γίνουν 9 μηνών. Ωστόσο το 4 % των παιδιών δεν είχε πει την πρώτη του λέξη πριν από την ηλικία των 3 ετών.
Η ηλικία μεταξύ 13 - 18 μηνών ήταν η πιο συνηθισμένη, που τα παιδιά άρχισαν να χρησιμοποιούν 2 λέξεις μαζί, όπως «θέλω νερό» ή «έλα εδώ».
Τα κορίτσια ήταν κατά μέσο όρο πιο γρήγορα στο να μάθουν να χρησιμοποιούν δύο λέξεις μαζί, με το 64 % να το έχουν πετύχει σε ηλικία 18 μηνών σε σύγκριση με το 54 % των αγοριών.
Η έρευνα εξέτασε επίσης τα πρώτα λόγια των παιδιών και επιβεβαίωσε ότι είναι πιο πιθανό να πουν «μπαμπά» παρά «μαμά». Τη λέξη «μπαμπά» θεωρείται ότι είναι πιο εύκολο να την προφέρει ένα μωρό.
Συνολικά το 17 % των παιδιών παρουσίασαν «μικρή ή σημαντική δυσκολία» στην ικανότητα να μιλήσουν. Μόνο τα μισά από αυτά τα παιδιά όμως είχαν βοήθεια από κάποιον ειδικό.
«Η ικανότητά μας να επικοινωνούμε είναι θεμελιώδης και στηρίζει όλα τα άλλα» υπογραμμίζει η ερευνητική ομάδα. «Η απόκτηση της ικανότητας αυτής από ένα παιδί είναι πολύ σημαντική. Το ποσοστό των παιδιών που έχουν δυσκολίες να μιλήσουν και να καταλάβουν την ομιλία των άλλων είναι υψηλό, ιδίως μεταξύ των αγοριών.
«Είναι απαραίτητο όλα αυτά τα παιδιά να παίρνουν τη βοήθεια που χρειάζονται από ειδικευμένους επαγγελματίες όσο το δυνατόν νωρίτερα.»

Τι λένε οι ειδικοί
Η κρίσιμη ηλικία για την ανάπτυξη του λόγου και της ικανότητας επικοινωνίας ενός παιδιού σύμφωνα με τους ειδικούς είναι μεταξύ 1, 5 και 5 ετών.
«Σε αυτό το κρίσιμο διάστημα το παιδί πρέπει να δέχεται πληθώρα γλωσσικών ερεθισμάτων από τους γονείς του και από το περιβάλλον του γενικότερα. Όσο περισσότερα ερεθίσματα δέχεται τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι είναι αναγκαία η χρήση της λεκτικής επικοινωνίας», τονίζει η Αλεξάνδρα Καππάτου, ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος.
«Από την άλλη πλευρά η παραμονή του παιδιού σε χώρους με ανοιχτή την τηλεόραση, όπου δεν υπάρχει λεκτική επικοινωνία, δυσκολεύει την ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.
Είναι σημαντικό να καταλάβουν οι γονείς ότι χρειάζεται από τις πρώτες στιγμές της γέννησης του παιδιού να του μιλούν και να προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί του. Αυτό θα το βοηθήσει να αποκτήσει ένα κίνητρο να μιμηθεί τους γονείς του και να μάθει να μιλάει».
Η ηλικία κατά την οποία το παιδί θα αρχίσει να μιλάει μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση. Ωστόσο μπορεί να είναι ανησυχητικό αν ενώ έχει συμπληρώσει τους 18-24 μήνες, δεν μιλάει καθόλου. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται να είναι απαραίτητη επαγγελματική βοήθεια.
«Στην ηλικία των 15 μηνών συνήθως τα παιδιά λένε τις πρώτες λεξούλες, πολλές από τις οποίες σημαίνουν κάτι, πιθανώς όμως όχι μόνον ένα πράγμα. Σε ηλικία 18 μηνών λένε περισσότερες λέξεις», σημειώνει ο Γιώργος Καλομοίρης, λογοθεραπευτής.
«Είναι φυσικό ότι δεν μιλάνε καθαρά, μιλάνε όμως, χρησιμοποιούν κάποιες λέξεις, με τις οποίες φτιάχνουν και φράσεις, για να μιλήσουν για θέματα τα οποία τους ενδιαφέρουν.
Κάποια παιδιά μπορεί να μην λένε κάτι στην ηλικία των 12 ή των 15 ή των 18 μηνών. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον αυτό οφείλεται σε κάποιο πρόβλημα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως αν το παιδί ακούει και εντοπίζει την πηγή των ήχων, αν επικοινωνεί εξωλεκτικά, αν επικοινωνεί μέσα από το παιχνίδι.»
Σε κάθε περίπτωση είναι προτιμότερο να ανησυχήσουμε νωρίς και λάθος παρά αργά και σωστά. Η γνώμη κάποιου ειδικού, λογοθεραπευτή ή ψυχολόγου, θα βοηθήσει να εντοπιστεί οποιαδήποτε δυσκολία και να αντιμετωπιστεί σε πρώιμο στάδιο.

Πηγή : www.cosmo.gr

Οι ουσίες που περιέχουν Ε επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παιδιών


Ερευνητές του βρετανικού Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον πραγματοποίησαν δοκιμές μελετώντας τις διαφορές στη συμπεριφορά παιδιών τα οποία κατανάλωναν χυμό φρούτων εμπλουτισμένων με πρόσθετες ουσίες με παιδιά που κατανάλωναν έναν απλό χυμό φρούτων.

Η έρευνα που έγινε για λογαριασμό της βρετανικής υπηρεσίας για την ασφάλεια των τροφίμων επιβεβαιώνει, σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα προηγουμένων μελετών σε παιδιά που υπέφεραν από υπερκινητικότητα και αδυναμία συγκέντρωσης.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 153 παιδιά 3 ετών και 144 παιδιά 8 και 9 ετών. Τα κοκτέιλ των πρόσθετων ουσιών περιείχαν το συντηρητικό Ε211 και τις χρωστικές Ε110, Ε122, Ε102, Ε124 , Ε104, Ε129.

Ενα από τα δύο κοκτέιλ που χρησιμοποιήθηκαν στις έρευνες περιείχαν πρόσθετες ουσίες που καταναλώνονται με μεγάλη συχνότητα σε δημοφιλή αναψυκτικά από τα παιδιά.

«Αποδείξαμε την ύπαρξη αρνητικών αποτελεσμάτων των πρόσθετων στα τρόφιμα στη συμπεριφορά παιδιών 3, 8 και 9 ετών» δήλωσε ότι ο επικεφαλής της έρευνας Τζιμ Στίβενσον. Γενικά, τα παιδιά που κατανάλωσαν πρόσθετα προσέγγισαν κατά 10% περίπου τον ορισμό του υπερκινητικού παιδιού, δήλωσε ο Τζιμ Στίβενσον.


πηγή :   mother.gr

Μια σημαντική πληροφορία..

Αγαπητοί φίλοι  καλή σας μέρα!

Στην σημερινή μου ανάρτηση, έχω την χαρά να σας παραπέμψω σε μια σημαντική  πληροφορία που βρήκα στο διαδίκτυο και   αναδημοσιεύω στο άλλο μου ιστολόγιο  το  ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ  .

Σας καλώ να  δείτε την σημερινή δημοσίευση του συγκεκριμένου blog (που αφορά το μέλι και την κανέλα)  και να την διαδώσετε με όποιο τρόπο μπορείτε!

Να είστε καλά..και πάντα με ΥΓΕΙΑ!